ΓΕΝΙΚΑ: H Oσφυαλγία αποτελεί ένα απο τα συνηθέστερα ορθοπαιδικά προβλήματα. Υπολογίζεται ότι εως και το 80% του πλυθησμού κάποια στιγμή θα παρουσιάσει στη ζωή του οσφυαλγία. Πέρα από το άλγος και την φυσική ανικανότητα, αποτελεί σημαντική πηγή ιατρικοφαρμακευτικής δαπάνης (εξετάσεις, αγωγή) αλλά και διαφυγότων κερδών απο ιδιώτες και επιχειρήσεις, ώστε να μιλάμε πλέον για ένα κοινωνικό φαινόμενο. Στην πλειονότητα των ασθενών (πλέον του 80%) θα υπάρξει υποχώρηση των συμπτωμάτων σε διάστημα έως 8 εβδομάδων με τη συνήθη φαρμακευτική αγωγή, ενώ στους μισούς την 1η εβδομάδα. Στη μειονότητα των ασθενών (περί το 10%), θα επιμείνει σε αυτό που λέμε χρονία ή υποτροπιάζουσα οσφυαλγία. Απο αυτούς τους ασθενείς με χρονίια οσφυαλγία, μόνο στο 1/4 μπορεί να καταδειχθεί με σιγουριά κάποια παθολογία. Συνεπώς η διαφοροδιάγνωση δεν είναι καθόλου εύκολη. Υπάρχουν διάφορες αιτιολογίες συχνότερες των οποίων ειναι: μυοσκελετικό άλγος (strain), δισκογενής πόνος (εκφύλιση του μεσοσπονδυλίου δίσκου) περίπου στο 40% των ασθενών, ριζιτικός πόνος (από πίεση νεύρικών στελεχών) περίπου στο 30%, πόνος από τις οπίσθιες αρθρώσεις (facets), την ιερολαγόνιες αρθρώσεις κλπ.
ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΟΣ ΑΛΓΟΡΥΘΜΟΣ:
Για τη διαφοροδιάγνωση απαιτείται λεπτομερής λήψη ιστορικού, κλινική εξέταση και εν συνεχεία απεικονιστικές εξετάσεις ή και πιο επεμβατικές μεθόδους (διαγνωστικές εγχύσεις/ δισκογραφία). Γενικά ακολουθείται ο κατωτέρω αλγόρυθμος:
- Το ιστορικό και η κλινική εξέταση μπορούν ενιοτε να δώσουν τη διάγνωση. Έτσι πόνος στο πόδι με χαρακτηριστική κατανομή και/ή μυική αδυναμία είναι χαρακτηριστικά κήλης μεσοσπονδυλίου δίσκου. Αλλα ειδικά τεστ, μπορούν να οδηγήσουν τη διαγνωστική σκέψη στις οπισθιες αρθρώσεις (facets), στην ιερολαγόνιο άρθρωση ή και σε παθολογία εκτός σπονδυλικής στ’ηλης (πχ. ισχίο).
- Η διενέργεια απεικονιστικών εξετάσεων (ακτινογραφίες, μαγνητική κλπ) κρίνονται απαραίτητες στην πλειοψηφία των περιπτώσεων. Μπορεί να αναδείξουν παθολογία όπως κ’ηλη ή εκφύιλση δίσκου, σπονδυλαρθριτικές αλλοιώσεις ενώ είναι πολύ επιτακτικός ο αποκλεισμός επικινδυνων (σπανίων βέβαια) αιτιών άλγους όπως φλεγμονή, κάταγμα ή όγκος.
- Σε περίπτωση που τα ανωτέρω δεν είναι διαγνωστικά, μπορούμε να προχωρήσουμε σε διενέργεια διαγνωστικών εγχύσεων εγχυσεων σε διάφορες δομές της σπονδυλικής στήλης για επιβεβαίωση ή αποκλεισμό της προέλευσης του πόνου από αυτές. Αυτές οι εγχύσεις γίνονται με τον ασθενή να έχει τις αισθήσεις του, υπό ακτινοσκοπικό έλεγχο, ενώ μετά την παρέλευση μικρής παρακολούθησης (ίδια ημέρα) εξέρχεται περιπατητικός. Για τις εγχύσεις αυτές έχω παρακολουθήσει και το επίσημο πτωματικό course της Αμερικανικής Εταιρείας Σπονδυλικής Στήλης (North America Spine Society- NASS) στο Σικάγο το 2010. Όσο για τη δισκογραφία, αν και έχει ενθερμους υποστηρικτές και συχνά αποδεικνύει την προέλευση του δισκογενούς πόνου, πιθανότατα οδηγεί σε γρηγορότερη εκφύλιση φυσιολογικών δίσκων (βλέπε τη μελέτη του Carragee και συνεργατων- (LINK), ενώ ενέχει και τον μικρό μεν, αλλά υπαρκτό δε, κίνδυνο δισκίτιδος και γι αυτό την αποφεύγω στη δική μου πρακτική.
ΘΕΡΑΠΕΙΑ:
Εκ των ανωτέρω εύκολα συνάγεται το συμπέρασμα ότι η θεραπεία στην πλειονότητα των περιπτώσεων οφείλει να είναι συντηρητική, τουλάχιστον στα αρχικά στάδια. Είναι αδικαιολόγητο και λυπηρό το φαινόμενο άνθρωποι 30 και 40 ετών να οδηγούνται αβασάνιστα στο χειρουργείο για σπονδυλοδεσία, καθότι αυτο συνήθως αποτελεί την απαρχή και όχι το τέλος προβλημάτων με την οσφύ.
- Αρχικά χορηγούνται παυσίπονα/ αντιφλεγμονώδη και συνιστάται περιορισμός των δραστηριοτήτων και ήπιος κλινοστατισμός. Ακολουθεί φυσιοθεραπευτικές συνεδρίες μόλις παρέλθει η οξεία φάση.
- Αν οι απεικονιστικές εξετάσεις δείξουν ορισμένη παθολογία (πχ. κήλη δίσκου), δίδεται κορτιζόνη εκ του στόματος (ισχυρή αντιφλεγμονώσης δράση) ή και επισκληρίδια έγχυση κορτιζόνης. Επίσης μπορούν να γίνουν εγχύσεις σε δομές που παρουσιάζουν παθολογία (πχ. οπίσθιες αρθρώσεις, ιερολαγόνια άρθρωση κλπ.).
- Οπως ανεφέρθη, η πλειονότητα των ασθενών θα έχει σημαντική βελτίωση με την παραπάνω αγωγή. Στη μειοψηφία που ο πόνος επιμείνει παρά την αγωγή σε σημαντικό βαθμό, μπορούμε να προχωρήσουμε σε επέμβαση, η οποία όμως οφείλει να έχει γνώμονα τα συμπτώματα του ασθενούς και να ξεκινά απο τις λιγότερο επεμβατικές τεχνικές (δισκεκτομή) και μόνο στο τέλος να φτάνουμε σε βαρύτερες επεμβάσεις (ανοικτές σπονδυλοδεσίες). Εξαιρέσεις στον παραπάνω αλγόρυθμο, αποτελούν σημαντικά νευρολογικά σημεία (πχ. προιούσα μυική αδυναμία, ακράτεια ούρων/κοπράνων ) ή περιπτώσεις με βαριά υποκείμενη παθολογία (πχ μεγάλου βαθμού σπονδυλολίσθηση) που συνήθως όμως πρόκειται για διαγμωσμένα περιστατικά όπου έχει ήδη αποτύχει η συντηρητικότερη αγωγή.