Εξαίρεση αποτελούν ίσως οι όγκοι του λιπώδους ιστού (απλά λιπώματα) που έχουν χαρακτηριστική ακτινολογική εικόνα. Η τεχνική οφείλει να είναι ατραυματική και η τομή να εναρμονίζεται με το τυχόν επόμενο χειρουργείο. Συνεπώς, δέον να πραγματοποιείται από τον ειδικό ορθοπαιδικό που θα πραγματοποιήσει το τελικό χειρουργείο. Όπως αναφέρει ο Mario Campanacci, ένας εκ των θεμελιωτών της ορθοπαιδικής ογκολογίας, θέλοντας να υπερτονίσει τη σημασία της βιοψίας:
Από μελέτες σε μεγάλα κέντρα της Αμερικής έχει καταδειχθεί ότι η διενέργεια βιοψίας σε μη ειδικά τμήματα πολλαπλασιάζει τις επιπλοκές, έχει πολύ μεγαλύτερες πιθανότητες να μην είναι διαγνωστική (έλλειψη εμπειρίας στη λήψη υλικού από τον ορθοπαιδικό, επεξεργασίας αυτού και ερμηνεία από μη έμπειρους παθολογοανατόμους) και, το πλέον σημαντικό, συχνά αλλάζει το θεραπευτικό πλάνο καταδικάζοντας τον ασθενή (Mankin et al. JBJS 1996 – LINK). Όπως αναφέρεται στο ανωτέρω άρθρο: «…Λάθη, επιπλοκές και αλλαγές στο πλάνο θεραπείας και το αποτέλεσμα ήσαν 2 με 12 φορές μεγαλύτερα σε μη ειδικά κέντρα σε σχέση με ορθοπαιδικά ογκολογικά τμήματα (p < 0.001).»
Και στη δική μας εμπειρία, κακές βιοψίες (αιματώματα, εγκάρσιες τομές, διπλές τομές κ.λπ.) συχνά απαντώνται και τότε τα πράγματα αλλάζουν δραματικά. Στα κατωτέρω περιστατικά φαίνεται αριστερά μια δραματική εικόνα εξελκωμένου όγκου από πλημμελή τεχνική σε ανοικτή βιοψία, και δεξιά ένα μεγάλο αιμάτωμα σε βιοψία με τροκάρ.
Όπως ανεφέρθη, η τεχνική πρέπει να είναι ατραυματική, που σημαίνει ότι η τομή πρέπει να είναι μικρή, να αποφεύγεται η τοποθέτηση διατατήρων, κάθε στιβάδα που διανοίγεται να κλείνεται επιμελώς (π.χ. περιτονία, περιόστεο), τα ράμματα να τοποθετούνται κοντά στο σημείο τομής, η αιμόσταση και έκπλυση να είναι σχολαστική και, εάν χρειάζεται παροχέτευση, να είναι πλησίον της χειρουργικής τομής, καθότι η οδός της βιοψίας οφείλει να αφαιρεθεί στο τελικό χειρουργείο ως δυνητικά μολυσμένη.
Τονίζουμε πάλι ότι ακόμη και όταν τηρηθούν όλοι οι κανόνες ασφαλείας, υπάρχει μια μικρή πιθανότητα διασποράς του όγκου, οπότε μπορεί να απαιτηθεί εκτομή της οδού βιοψίας, επομένως αυτός που κάνει τη βιοψία (ιδανικά ο ίδιος ιατρός) πρέπει να έχει υπόψη του την πιθανή μελλοντική προσπέλαση-χειρουργική εκτομή.
Στο κατωτέρω παράδειγμα φαίνεται ασθενής με καρκίνο πνεύμονα και επαπειλούμενο κάταγμα γόνατος, όπου έγινε διασπορά του όγκου στο σημείο της βιοψίας με τροκάρ, οπότε στο χειρουργείο που ακολούθησε αφαιρέθηκε ο όγκος / οδός της βιοψίας: αριστερά το οζίδιο μετά τη βιοψία και δεξιά η αφαίρεση του οζιδίου και η απόξεση του όγκου / οστεοσύνθεση με πλάκα / βίδες / τσιμέντο (παραθέτουμε και την δημοσίευση μας
LINK).
Ως προς τα είδη βιοψίας, υπάρχει η βιοψία με τροκάρ, η ανοιχτή βιοψία και η ταχεία βιοψία. Η βιοψία με τροκάρ είναι η πιο ατραυματική με τον μικρότερο κίνδυνο διασποράς, αλλά ενέχει και τα μεγαλύτερα ποσοστά αποτυχίας, επειδή ακριβώς το υλικό είναι περιορισμένο. Σε μεγάλα κέντρα αναφέρεται ότι τα ποσοστά επιτυχίας είναι γύρω στο 70-80% (Hau et al., Skel Radiol 2002, LINK). Στη δική μας πρακτική συχνά κάνουμε τη λεγόμενη κλιμακωτή βιοψία, δηλαδή έναρξη με τροκάρ και, εάν αυτή είναι μη διαγνωστική, προχωρούμε σε ανοικτή. Ακόμα όμως και η ανοικτή βιοψία δεν είναι 100% ακριβής, αλλά μπορεί σε μικρό ποσοστό να είναι εσφαλμένη και γι’ αυτό η κρίση του θεράποντος ορθοπαιδικού και η συνεργασία με όλη την ογκολογική ομάδα είναι πολύ σημαντική.
Τέλος, η ταχεία βιοψία (διεγχειρητική βιοψία) μπορεί σε κάποιες περιπτώσεις να υποκαταστήσει την ανοικτή προεγχειρητική βιοψία, όμως υπάρχουν και εδώ περιορισμοί: δεν είναι όλοι οι ιστοί επιδεκτικοί της διαδικασίας της ταχείας βιοψίας (λιπώδης ιστός, οστό), ενώ και η ακρίβειά της είναι σαφώς μικρότερη της ανοικτής, καθότι το αποτέλεσμα βγαίνει σε λίγα λεπτά, σε αντίθεση με την κανονική ανοικτή βιοψία όπου μπορεί να απαιτηθούν ειδικές ιστολογικές χρώσεις και το αποτέλεσμα να αργήσει αρκετές ημέρες. Και εδώ γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι η εμπειρία του χειρουργού και η ικανότητα να ερμηνεύει το αποτέλεσμα της ταχείας βιοψίας (και συχνά να εκτιμήσει και ο ίδιος το παρασκευάσμα) είναι πολύ σημαντικές παράμετροι.
Ως προς τα είδη βιοψίας, υπάρχει η βιοψία με τροκάρ, η ανοιχτή βιοψία και η ταχεία βιοψία. Η βιοψία με τροκάρ είναι η πιο ατραυματική με τον μικρότερο κίνδυνο διασποράς, αλλά ενέχει και τα μεγαλύτερα ποσοστά αποτυχίας, επειδή ακριβώς το υλικό είναι περιορισμένο. Σε μεγάλα κέντρα αναφέρεται ότι τα ποσοστά επιτυχίας είναι γύρω στο 70-80% (Hau et al., Skel Radiol 2002, LINK). Στη δική μας πρακτική συχνά κάνουμε τη λεγόμενη κλιμακωτή βιοψία, δηλαδή έναρξη με τροκάρ και, εάν αυτή είναι μη διαγνωστική, προχωρούμε σε ανοικτή. Ακόμα όμως και η ανοικτή βιοψία δεν είναι 100% ακριβής, αλλά μπορεί σε μικρό ποσοστό να είναι εσφαλμένη και γι’ αυτό η κρίση του θεράποντος ορθοπαιδικού και η συνεργασία με όλη την ογκολογική ομάδα είναι πολύ σημαντική.
Τέλος, η ταχεία βιοψία (διεγχειρητική βιοψία) μπορεί σε κάποιες περιπτώσεις να υποκαταστήσει την ανοικτή προεγχειρητική βιοψία, όμως υπάρχουν και εδώ περιορισμοί: δεν είναι όλοι οι ιστοί επιδεκτικοί της διαδικασίας της ταχείας βιοψίας (λιπώδης ιστός, οστό), ενώ και η ακρίβειά της είναι σαφώς μικρότερη της ανοικτής, καθότι το αποτέλεσμα βγαίνει σε λίγα λεπτά, σε αντίθεση με την κανονική ανοικτή βιοψία όπου μπορεί να απαιτηθούν ειδικές ιστολογικές χρώσεις και το αποτέλεσμα να αργήσει αρκετές ημέρες. Και εδώ γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι η εμπειρία του χειρουργού και η ικανότητα να ερμηνεύει το αποτέλεσμα της ταχείας βιοψίας (και συχνά να εκτιμήσει και ο ίδιος το παρασκευάσμα) είναι πολύ σημαντικές παράμετροι.
Ως προς τη βιοψία με τροκάρ, που αποτελεί στην πρακτική μας τη μερίδα του λέοντος αφού είναι και ατραυματική (δεν χρειάζεται καν ράμμα) και συνήθως διαγνωστική, μπορεί να γίνει είτε τυφλά αν είναι ψηλαφητός ο όγκος, είτε με καθοδήγηση (μέσω υπερήχου, ακτινοσκοπικού μηχανήματος, αξονικού τομογράφου κ.λπ.). Παρακάτω φαίνεται μια βιοψία λαγονίου στον αξονικό τομογράφο σε ασθενή με παθολογικό κάταγμα μηρού και συνοδές οστεολυτικές εστίες, καθώς και μία σε οστεόλυση ιερού οστού.